ἀνισοβαρῆ

ἀνισοβαρῆ
ἀνισοβαρής
unequal in weight
neut nom/voc/acc pl (attic epic doric)
ἀνισοβαρής
unequal in weight
masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic)
ἀνισοβαρής
unequal in weight
masc/fem acc sg (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • ανισόβαρος — η, ο αυτός που έχει άνισο βάρος: Η συμφωνία που κλείσατε είναι ανισόβαρη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”